
Όταν ο Οράτιος Α. Ούλλιαμ Λήκοκ, απόφοιτος τοῦ Χάρβαρντ καὶ διαπρεπής ἐγκληματολόγος της Βοστώνης, δέχτηκε το αυστηρό τελεσίγραφο του οικογενειακού συμβουλίου που τὸν ὑποχρέωνε νὰ ἀναλάβη τις εὐθύνες του για τη διαιώνιση του αριστοκρατικού γένους τῶν Λῆκοκ (στο γεναιαλογικό δέντρο υπήρχε ένας απόγονος ποὺ και ταγόταν ἀπ᾿ εὐθείας ἀπὸ ἕναν μετανάστη τοῦ Μαίη Φλάουτρο) ο Αγγλοσάξωνας αὐτὸς τῶν τριάντα χρόνων, με την ξεχωριστή μόρφωση καὶ τὸ ἐντυπωσιακό παρουσιαστικό, έχοντας μπροστά του μια δίμηνη διορία πρὶν δεχτή τὰ άνθη του Υμεναίου, αποφάσισε να την αφιερώση σε μια συγκριτική μελέτη των αστυνομικών μεθόδων των Εύρωπαϊκών χωρών. Αφήνοντας πίσω του τη Βοστώνη καὶ τὴν άχρωμη μνηστή του Βαλερία, μοναχοκόρη του βιομηχάνου Ματθαίου Οβιδίου Πήρσον, κι' ακόμα μια προίκα διόλου εύκαταφρόνητη, ο νεαρός ποινικολόγος περιέτρεξε την Ευρωπαϊκή Ήπειρο, αρχίζοντας απ' την χώρα του Κρόμβελ συνεχίζοντας στη χώρα του Μοντεσκιέ καὶ περνώντας απ' τη χώρα του Φλαμένκο, Ισπανία, για να καταλήξη στην Μεσόγειο. Αυτή τη στιγμή, με ένα συστατικό γράμμα στο χέρι ετοιμαζόταν να κάνη την πιο εντυπωσιακή – καὶ μοιραία – γνωριμία της ζωής του, καθώς, λίγες ώρες αργότερα, θα περνούσε την πόρτα του γραφείου του διαπρεπέστερου λαγωνικού της Βερονέζικης αστυνομίας. Ο ΡΟMEO TAPKINΙΝΙ, αὐτὸς ὁ ἀμίμητος αστυνόμος με τις ανορθόδοξες μεθόδους, θα εντυπωσίαζε (δυσάρεστα) τον ὀρθολογιστή Αμερικάνο που δεν φανταζόταν – αλλοίμονο - πόσο ή γνωριμία αυτή θα άλλαζε ἐκ βάθρων τις κοσμοθεωρίες του κι' ακόμη την ίδια του την υπόσταση.