"Όταν μερικές κυρίες του Στρατοῦ τῆς Σωτηρίας, μάζεψαν ἀπὸ ἕναν ξύλινο πάγκο της Κύρπλατς, στην ἄκρη τῆς ἀποβάθρας Σβάϊζερχοφ, αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο ερείπιο, ο Λουδοβίκος Τσεντάλο, γιος μιας πλύστρας ἀπ' τις φτωχογειτονιές του Σβάμεντίγκεν τῆς Ζυρίχης, δὲν φανταζόταν ποτέ πῶς θὰ εἶχε τὴν τύχη να ξαναβρή μια θέση στον Ήλιο! Γρήγορα, ωστόσο, θα άφηνε πίσω του τὸν ἄθλιο, μα φιλόξενο κοιτώνα, κάνοντας τη γνωριμία τοῦ Ενρίκο Σμίτερ, Προσωπάρχη της Τράπεζας Λίντεμαν τῆς Λουκέρνης, ποὺ τὸν πρόσεξε ἀπ' τὴν πρώτη στιγμὴ καὶ ἐνδιαφέρθηκε γι' αυτόν. Έτσι, ο Λουδοβίκος Τσεντάλο, πρώην τρόφιμος τῶν φυλακών, κατόρθωσε, πάντα με τις φροντίδες του κ. Σμίτερ, να πιάση μια μικρή θέση στὴν κοινωνία, ξεχνώντας, ἔστω καὶ προσωρινά, το σκοτεινό του παρελθόν. Ωστόσο, η σημερινή του επιτυχία τον έκανε να νοιώθη πιο βαρειά τη μοναξιά του. Καὶ τότε, ἀπὸ συναισθηματική ανάγκη, έκανε τη σκέψη πως ίσως αυτή η Τζένι Τζόστ που τοῦ εἶχε γράψει ἐκεῖνο τὸ τρυφερό γράμμα να ήταν υπαρκτό πρόσωπο καὶ ὄχι μια ακόμη φάρσα του τρομερού Φέρντι Ύρλεμαν. Σπρωγμένος από ένα εσωτερικό δραμα, θὰ ἔτρεχε, ἂν καὶ κάπως αργά, στο Βέττατεϊνπάρκ, όπου ή αγνωστη «αδελφή ψυχή», δὲν ἦταν πια. - Μα εἶναι ύπαρκτό πρόσωπο αυτή ή Τζένω Τζόστ, θα ρωτούσε αδιάκοπα, σε όλη τη διάρκεια της δίκης αὐτὸς ὁ ανήσυχος τρίτος ένορκος,