Το σπουδαίο είναι ότι από μιας αρχής, όσο κι αν προσπάθησε να κρατηθεί, έπεσε πάνω μου με αγάπη, με υποδεχότανε, σαν γύριζα το βράδυ, με ενθουσιασμό, διηγιόταν με το παιδιάστικό της ψέλλισμα (αυτό το υπέροχο ψέλλισμα της αθωότητας!) όλα τα παιδικά της χρόνια, τη νηπιακή της ηλικία, για το πατρικό της σπίτι, για τον πατέρα και τη μάνα της. Όμως εγώ έβαλα πάγο σε όλη αυτή την έξαρση από την πρώτη κιόλας στιγμή. Αυτή ακριβώς ήταν η ιδέα μου. Στους ενθουσιασμούς απαντούσα με σιωπή, καλοπροαίρετα βέβαια. [...] (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)